2017 Ο μαύρος χοίρος της Φάρμας Φωτιάδη παγκόσμια καινοτομία στην υγιεινή του κρέατος

Κάντε κλικ εδώ για να διαβάσετε το αφιέρωμα.

Ο μαύρος χοίρος της Φάρμας Φωτιάδη παγκόσμια καινοτομία στην υγιεινή του κρέατος

Ο μαύρος χοίρος της Φάρμας Φωτιάδη παγκόσμια καινοτομία στην υγιεινή του κρέατος
 

Η παραγωγή χοίρων στην Ελλάδα καλύπτει μόλις το 25% της εγχώριας κατανάλωσης, καθώς το υπόλοιπο 75% καλύπτεται από εισαγωγές. Αυτό σε ό,τι αφορά στους συμβατικούς χοίρους, μιας και η εγχώρια παραγωγή των μαύρων χοίρων είναι ακόμα μικρότερη. Η μεγαλύτερη ελληνική Φάρμα παραγωγής μαύρων χοίρων είναι η Φάρμα Φωτιάδη, με 200 χοιρομητέρες και 3.000 παραγόμενους μαύρους χοίρους τον χρόνο, ενώ ο ετήσιος τζίρος της αγγίζει το 1 εκατομμύριο ευρώ.

Η επιχείρηση Φάρμα Φωτιάδη εδρεύει από το 1925 στην Εξοχή, ένα μικρό χωριό στα Λιβάδια, στην περιοχή του Ολύμπου. “Ο προπάππους μου ήλθε στην περιοχή από τον Πόντο, με τις ανταλλαγές πληθυσμών, που γίνονταν με τους Τούρκους. Και συνέχισε να ασχολείται με τη χοιροτροφία, όπως ακριβώς έκανε και στην ιστορική μας πατρίδα. Ο μαύρος χοίρος υπήρχε στη Μακεδονία, τη Θράκη και την Ήπειρο από τα αρχαία χρόνια” μας είπε ο Νίκος Φωτιάδης, διευθύνων σύμβουλος της επιχείρησης.

Η ιστορία της Φάρμας Φωτιάδη σχετικά με την εκτροφή των μαύρων χοίρων όλα αυτά τα χρόνια δεν είναι αδιάλειπτη, καθώς το 1996, η παραγωγή αντικαταστάθηκε με την εκτροφή αγριογούρουνων. Όπως μας εξήγησε ο Νίκος “Την περίοδο εκείνη είχαν αυξηθεί οι χειμερινοί προορισμοί, τα χιονοδρομικά κέντρα και υπήρχε μεγάλη ζήτηση σε αγριογούρουνα. Εμείς αντιληφθήκαμε αυτό το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο και αντικαταστήσαμε την εκτροφή του μαύρου χοίρου με αγριογούρουνο”.

Το 2010 όμως, τα πράγματα και πάλι άλλαξαν, με αποτέλεσμα η Φάρμα Φωτιάδη να ξαναεπιστρέψει στην εκτροφή του μαύρου χοίρου. “Τότε, λάβαμε το μήνυμα ότι πλέον ο Έλληνας δεν ενδιαφέρεται να κάνει επίδειξη χρήματος με την κατανάλωση. Διότι, όπως και να το κάνουμε δε βρίσκεται στη διατροφική μας κουλτούρα το σαλαμάκι με καρύδι αγριογούρουνου, ούτε το πατέ αγριόχοιρου” μας δήλωσε ο Νίκος.

Τότε, εντελώς συμπτωματικά η Φάρμα Φωτιάδη εντάχθηκε και εφάρμοσε το ευρωπαϊκό πρόγραμμα “Qubic”, το οποίο αφορούσε στη διάσωση της αυτόχθονης ελληνικής φυλής μαύρου χοίρου και την παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας από το κρέας του. “Την πρόσκληση για να συμμετάσχουμε στο πρόγραμμα τη λάβαμε από το ΕΚΕΤΑ (Εθνικό Κέντρο Έρευνας & Τεχνολογικής Ανάπτυξης) που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη” μας επισήμανε ο Νίκος. Ενώ σχετικά με το πρόγραμμα μας ανέφερε ότι “περιλάμβανε επίσκεψη στη Σικελία, όπου εκεί κάθε χώρα έκανε ιστορική αναδρομή στον μαύρο χοίρο και στη διάσωσή του. Όλοι είχαν να πουν ιστορίες, αλλά είχαν και πάρα πολύ καλή ζώσα πραγματικότητα. Η χώρας μας εκπροσωπήθηκε από τον κ. Αναγνώστη Αργυρίου, ο οποίος είναι Ερευνητής Ινστιτούτου Εφαρμοσμένων Βιοεπιστημών στο ΕΚΕΤΑ. Ο κ. Αργυρίου έπειτα από διετή έρευνα τεκμηρίωσε ιστορικά, ότι ο μαύρος χοίρος της Μεσογείου ξεκίνησε από την αρχαία Ελλάδα και έπειτα, διαδόθηκε στην υπόλοιπη Μεσόγειο. Ωστόσο, δεν είχε να πει κάτι συγκεκριμένο για τη σημερινή πραγματικότητα στην Ελλάδα”.

Μετά από αυτή την παρουσίαση ο Νίκος και η οικογένειά του πήραν την απόφαση να ξεκινήσουν πάλι την εκτροφή του μαύρου χοίρου. Όπως μας εξήγησε “Ο κ. Αργυρίου τα προηγούμενα χρόνια, παίρνοντας τρίχες από διάφορα ζώα και κάνοντας ανάλυση του DNA βρήκε κάποιες χοιρομητέρες, οι οποίες προσομοιάζανε με τον αρχαίο ελληνικό χοίρο. Εμείς τις αγοράσαμε, τις πιστοποιήσαμε και ξεκινήσαμε να κάνουμε από την αρχή το κοπάδι μας”. Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή υπάρχουν 400 χοιρομητέρες, από τις οποίες οι 200 ανήκουν στη Φάρμα Φωτιάδη.

Στην Ισπανία τους ιβηρικούς χοίρους τους ταΐζουν βελανίδια. Το ίδιο επιδίωξαν να εφαρμόσουν και στους μαύρους χοίρους της Φάρμας Φωτιάδη, ωστόσο η αρνητική απάντηση του δασαρχείου, όπως αποδείχθηκε στην πορεία, συνετέλεσε θετικά για την επιχείρηση. “Αφού το δασαρχείο δεν μας επέτρεψε να μαζεύουμε τα βελανίδια από το δάσος, προκειμένου να θρέφουμε τους χοίρους, αναγκαστήκαμε να σκεφτούμε τι άλλο θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε. Έτσι, μας ήρθε η ιδέα να ταΐσουμε το εθνικό μας γουρούνι με τον εθνικό μας καρπό που είναι η ελιά”, μας δήλωσε ο Νίκος.

Σε ανάλυση, που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2014, από το ΕΚΕΤΑ, προέκυψε ότι οι μαύροι χοίροι της Φάρμας Φωτιάδη, που θρέφονται αποκλειστικά με ελιές, διαθέτουν 68 φορές περισσότερα Ω3-Ω6 λιπαρά στο λίπος τους μαύρου χοίρου σε σχέση με τους συμβατικούς χοίρους. Επιπρόσθετα, το 2016 μετά από ανάλυση στο κρέας των μαύρων χοίρων από το Αλεξάνδρειο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης, τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά, καθώς το κρέας των μαύρων χοίρων, που θρέφονται με ελιές, είχε πολύ περισσότερες πολυφαινόλες από ότι οι μαύροι χοίροι που θρέφονται με άλλες τροφές. “Μετά από αυτά τα δεδομένα ξεκινήσαμε να κάνουμε πιο εξειδικευμένες αναλύσεις, γιατί πιθανόν οι ενδείξεις αυτές μας δείχνουν ότι μπορεί να μιλάμε για μια παγκόσμια καινοτομία στο κομμάτι της υγιεινής του κρέατος”, μας τόνισε ο Νίκος. Και συνέχισε λέγοντας “Την ειδική διατροφή του μαύρου χοίρου με ελιά την έχουμε κατοχυρώσει ως ευρωπαϊκή πατέντα από τον Δεκέμβριο του 2015 και τον ίδιο μήνα καταθέσαμε αίτηση, προκειμένου να την κατοχυρώσουμε και ως παγκόσμια”. Για τους μαύρους χοίρους της Φάρμας Φωτιάδη απαιτούνται 15 τόνοι ελιάς το μήνα για τη διατροφή τους, τις οποίες τις εξασφαλίζουν από ελαιοτριβεία και από εργοστάσια επεξεργασίας ελιάς.

Ο μαύρος χοίρος πωλείται στη λιανική 13 ευρώ το κιλό. Η Φάρμα Φωτιάδη, εκτός από τη φάρμα, διατηρεί και μεταποιητήριο στο οποίο παράγονται έξι διαφορετικοί κωδικοί προϊόντων μαύρου χοίρου. Στην παραγωγή του μαύρου χοίρου απασχολούνται 15 άτομα.

Ωστόσο, ο δρόμος μέχρι την επιτυχία για την επιχείρηση Φάρμα Φωτιάδη δεν ήταν και τόσο εύκολος. Όπως χαρακτηριστικά μας ανέφερε ο Νίκος “Τελικά, πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι ζούμε σε μία χώρα, που εκδικείται την επιχειρηματικότητα”. Η γραφειοκρατία αποτελεί τροχοπέδη στο να αποκτήσει κάποιος άδεια χοιροστασίου. “Για να βγάλεις μία άδεια απαιτείται ένας χρόνος, τουλάχιστον, καθώς εμπλέκονται πάρα πολλές υπηρεσίες και υπάρχει απίστευτη πολυνομία. Σκεφτείτε ότι στον δικό μας τον τομέα υπάρχουν ακόμα νόμοι, που ισχύουν από την εποχή του Μεταξά μέχρι και σήμερα”, πρόσθεσε ο Νίκος. Επιπλέον, και οι μηχανισμοί ελέγχου είναι ανύπαρκτοι. “Δυστυχώς, δεν υπάρχει ένας μηχανισμός, που να ελέγχει ποιος εκτρέφει μαύρους χοίρους ή αγριογούρουνα και κατά πόσο αυτό, που λέει ότι πουλάει ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα”.

Όμως και σε ό,τι αφορά στη σύνδεση του πρωτογενή τομέα με το Πανεπιστήμιο το παράπονο του Νίκου είναι μεγάλο. “Από τη δεκαετία του 1990 μέχρι πρόσφατα έχουν δοθεί από την Ε.Ε. πολλά χρήματα στη χώρα μας για επιστημονικά προγράμματα, από τα οποία τα περισσότερα ήταν εικονικά και δεν συνδέθηκαν με τον παραγωγικό μας ιστό. Δηλαδή, τα αποτελέσματα των ερευνών και των προγραμμάτων δεν πήγε κανείς να τα εφαρμόσει στα πρόβατα, στα κατσίκια, στα γουρούνια. Γίνονταν για να γίνουν και για να πάρουν τα χρήματα από την Ευρώπη. Εδώ που φτάσαμε αποτύχαμε ως κοινωνία, πρώτα από όλα, και μετά ως πολιτικό σύστημα. Γιατί η κρίση είναι πολυεπίπεδη”.

Και με πικρία συμπλήρωσε “Πανηγυρίζουν ότι θα έχουμε 25 εκατ. τουρίστες το 2016. Και τι έγινε; Τους δίνουμε κρεβάτια για να κοιμούνται και πάνε στο πρωινό και τρώνε τυρί γκούντα από την Ολλανδία, χοιρινό από τη Γερμανία, ντομάτες από την Τουρκία, που τους τα σερβίρουν παιδιά από τουριστικές σχολές της Τσεχίας και της Βουλγαρίας, τα οποία αμείβονται με 100 ευρώ. Δεν θέλω να τα ισοπεδώνω όλα, αλλά θεωρώ ότι η διάχυση αυτού του τουρισμού στον οικονομικό ιστό της χώρας είναι μηδενική”.

Ο Νίκος αναφέρθηκε και στην οικονομική κρίση η οποία έχει πλήξει την επιχείρηση. “Οι αστάθμητοι παράγοντες σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα και την επισφάλεια των προηγούμενων ετών μας έχουν δυσκολέψει πάρα πολύ. Αν καταφέρουμε να επιβιώσουμε από αυτή την κρίση, φιλοδοξία μας είναι το μαύρο γουρούνι να βρίσκεται στα καταστήματα τροφίμων όλων των Ευρωπαϊκών χώρων. Επειδή όμως, αυτό δεν μπορούμε να το πετύχουμε μόνοι μας, προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ένα συνεταιρισμό”. Αυτή τη στιγμή τον μαύρο χοίρο της Φάρμας Φωτιάδη τον προμηθεύονται τα σούπερ μάρκετ Βασιλόπουλος στην Αθήνα και ορισμένα εστιατόρια. “Κάνουμε κάποιες μικρές εξαγωγές σε Ολλανδία και Βέλγιο και υπάρχει ενδιαφέρον και από την Ιταλία, ωστόσο δεν έχουμε τόσο μεγάλη παραγωγή, για να μπορούμε να καλύψουμε τη ζήτηση” μας δήλωσε ο Νίκος.